μονογενής

μονογενής
ης, ες
1) единственный (о ребёнке); 2) бот. однополый

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "μονογενής" в других словарях:

  • μονογενῆς — μονογενής the only member of a kin masc/fem acc pl (attic epic doric) μονογενής the only member of a kin masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονογενής — the only member of a kin masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονογενής — ές (ΑΜ μονογενής, Α ιων. τ. μουνογενής, ές, Μ θηλ. και μονογενή) 1. (ως επίθ. και ως ουσ.) αυτός που δεν έχει αδέλφια, μοναχοπαίδι (α. «μουνογενὴς δὲ πάϊς οἶκον πατρώϊον εἴη φερβέμεν», Ησίοδ. β. «ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνομα τοῡ μονογενοῡς… …   Dictionary of Greek

  • μονογενής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή 1. το μοναδικό παιδί μιας οικογένειας, αυτός που δεν έχει άλλα αδέρφια, το μοναχοπαίδι: Φρόντιζε τους γέρους γονείς του γιατί ήταν ο μονογενής τους. 2. (βοτ.), άνθος που έχει μόνο στήμονες ή μόνο ύπερο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μονογενῆ — μονογενής the only member of a kin neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) μονογενής the only member of a kin masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) μονογενής the only member of a kin masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μουνογενῆ — μονογενής the only member of a kin neut nom/voc/acc pl (attic epic doric ionic) μονογενής the only member of a kin masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric ionic aeolic) μονογενής the only member of a kin masc/fem acc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονογενεῖ — μονογενής the only member of a kin masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) μονογενής the only member of a kin masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονογενεῖς — μονογενής the only member of a kin masc/fem acc pl μονογενής the only member of a kin masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονογενές — μονογενής the only member of a kin masc/fem voc sg μονογενής the only member of a kin neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μουνογενεῖ — μονογενής the only member of a kin masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic ionic) μονογενής the only member of a kin masc/fem/neut dat sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μουνογενέα — μονογενής the only member of a kin neut nom/voc/acc pl (epic ionic) μονογενής the only member of a kin masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»